Ἄιδ'

Ἄϊδα , ᾍδης
voc sg
Ἄϊδα , ᾍδης
nom sg (epic)
Ἄϊδα , ᾍδης
masc voc sg (epic doric)
Ἄϊδα , ᾍδης
masc nom sg (epic doric)
Ἄϊδαι , ᾍδης
nom/voc pl
Ἄϊδαι , ᾍδης
masc nom/voc pl (epic doric)
Ἄϊδα , Αἵδης
masc acc sg
Ἄϊδα , Αἵδης
masc voc sg
Ἄϊδα , Αἵδης
masc nom sg (epic)
Ἄϊδι , Αἵδης
masc dat sg
Ἄϊδε , Αἵδης
masc nom/voc/acc dual
Ἄϊδαι , Αἵδης
masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Αἴδ' — Αἴδᾱͅ , Αἵδης masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἴδ' — αἰδέ , εἰ doric (indeclform conj) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἵδ' — αἵδε , ὅδε this fem nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄιδ' — ἄ̱ιδε , ἀείδω il.Parv.. imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄιδε , ἀείδω il.Parv.. pres imperat act 2nd sg ἄιδε , ἀείδω il.Parv.. imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἅιδ' — Ἅιδᾱͅ , ᾍδης masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾌιδ' — ᾌιδι , ᾍδης masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Arch of Hadrian — The Arch of Hadrian is a monumental gateway resembling – in some respects a Roman triumphal arch. It spanned an ancient road from the center of Athens, Greece, to the complex of structures on the eastern side of the city that included the Temple… …   Wikipedia

  • Αδριανού, Πύλη — Θριαμβευτική αψίδα που έστησαν οι Αθηναίοι για να τιμήσουν τον αυτοκράτορα Αδριανό, κοντά στον ναό του Ολυμπίου Διός (Ολυμπιείο). Η πύλη, που σώζεται έως σήμερα, χώριζε άλλοτε την παλαιά πόλη του Θησέα από τη νέα, την Αδριανούπολη, που την… …   Dictionary of Greek

  • αίδομαι — αἴδομαι (Α) ποιητικός τύπος τού αἰδοῡμαι*, αλλά πολύ αρχαιότερός του. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η λ. αποτελεί πιθ. παρεκτεταμένη μορφή τής ΙΕ ρίζας *ais «σέβομαι, τιμώ, λατρεύω» (πρβλ. γερμ. Εhre «τιμή» < αρχ. άνω γερμ. era). Η οδοντική… …   Dictionary of Greek

  • ζηλήμων — ζηλήμων, ον (Α) 1. φθονερός, ζηλότυπος 2. αυτός που έχει ζήλο, θερμό ενδιαφέρον. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζήλος (Ι) + κατάλ. ημών (πρβλ. αιδ ήμων, ελε ήμων)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.